σκαμνάκι

σκαμνάκι
τό
1) табуретка; 2) πλ. «скамеечки» (вид детской игры)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σκαμνάκι" в других словарях:

  • σκαμνάκι — Ημιορεινός οικισμός (101 κάτ., υψόμ. 220 μ.), στην επαρχία Γυθείου του νομού Λακωνίας. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (13 τ. χλμ., 101 κάτ.) και βρίσκεται νοτιοδυτικά του Γυθείου. * * * το, Ν 1. (με υποκορ. σημ.) μικρό σκαμνί 2. στον πληθ. τα …   Dictionary of Greek

  • σκαμνάκι — το ιού, μικρό σκαμνί· ο πληθ., σκαμνάκια, τα είδος παιχνιδιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θρήνυξ — θρῆνυξ και βοιωτ. τύπος θρᾱνυξ, ὁ (Α) το χαμηλό σκαμνάκι, το υποπόδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. του θρήνυς, παρεκτεταμένος με ουρανικό (πρβλ. βοιωτ. θράνυξ)) …   Dictionary of Greek

  • σκιμπόδιον — τὸ, Α [σκίμπους, οδος] υποκορ. μικρό σκαμνί, σκαμνάκι …   Dictionary of Greek

  • υπόβαθρο — το / ὑπόβαθρον, ΝΜΑ νεοελλ. 1. στήριγμα, υποστήριγμα, στυλοβάτης, βάση πάνω στην οποία στηρίζεται μια κατασκευή ή ένα φυσικό ή τεχνητό σύστημα 2. (γεωλ. πετρογρ.) το στερεό πέτρωμα που βρίσκεται κάτω από άμμους, ιλύ, αργίλους ή άλλα χαλαρά… …   Dictionary of Greek

  • χελώνα — η / χελώνη, ΝΜΑ, και χελύνη και αιολ. τ. χελύννα και χέλυννα Α 1. οστρακοφόρο βραδύκίνητο ερπετό (α. «πηγαίνει σαν χελώνα» β. «ὀρεσκῴοιο χελώνης», Υμν. Ερμ. γ. «αἱ θαλάττιαι χελῶναι καὶ αἱ χερσαῑαι», Αριστοτ.) 2. το όστρακο τού ζώου αυτού 3.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»